Τετάρτη, 18 Ιουλίου 2012

τζιτζίκια




  Οι μνήμες από τα παιδικά του καλοκαίρια είχαν αρχίσει να ξεφτίζουν. Έτσι είμαστε φτιαγμένοι έλεγε από μέσα του φιμώνοντας κάτι μικρές αμφιβολίες στο βάθος. Καινούριες μνήμες έρχονται και διαγράφουν τις παλιές. Κάπου πρέπει να το χε διαβάσει.

  Στο γραφείο τηλέφωνα, ομιλίες, ήχοι πληκτρολογίου με μονότονο χαλί τον ήχο του κλιματισμού. Προσπάθησε να ανασύρει το άκουσμα των τζιτζικιών. Το μόνο που θυμήθηκε ήταν το γεγονός πως μετά από κάποιες μέρες στο χωριό συνήθιζε σε τέτοιο βαθμό που πολλές φορές έπρεπε να συγκεντρωθεί για να απομονώσει τον ήχο τους. Ο ίδιος ο ήχος όμως, η υφή του, τον δυσκόλευε. Προσπάθησε περισσότερο. Κάτι κατάφερε αλλά δεν ήταν ευχαριστημένος. Τον βοήθησε το youtube. Αποφάσισε μόλις σχολάσει να πάει να τα συναντήσει. Θα ήταν όμως ακόμα εκεί;

Πέμπτη, 28 Ιουνίου 2012

Εσωτερική Κατανάλωση


Οι απαντήσεις που ψάχνω είναι φαντασιακού και όχι πρακτικού χαρακτήρα. Ο δεύτερος είναι πολυτέλεια κι αυτό θα μας συνθλίψει ολοκληρωτικά. 

Έγραφε ο Γκαλεάνο :

   Ήμασταν στο 1964 και η λερναία ύδρα του διεθνούς κομμουνισμού είχε ανοίξει διάπλατα τα επτά στόματά της για να καταβροχθίσει τη Χιλή.   
 Η κοινή γνώμη βομβαρδιζόταν από εικόνες φλεγόμενων εκκλησιών, στρατοπέδων συγκέντρωσης, ρωσικών αρμάτων, ενός τείχους του Βερολίνου στη μέση του Σαντιάγο και γενειοφόρων ανταρτών που έκλεβαν τα παιδιά.   
 Έγιναν εκλογές.Ο φόβος θριάμβευσε και ο Σαλβαντόρ Αλλιέντε νικήθηκε. Κατά τη διάρκεια αυτών των θλιβερών στιγμών, τον ρώτησα τι τον είχε πληγώσει.  
 Ο Αλλιέντε μου διηγήθηκε αυτό που συνέβη ακριβώς δίπλα, σε ένα σπίτι της γειτονιάς Προβιντένσια. Μια γυναίκα που κοψομεσιάζονταν για να δουλεύει μαγείρισσα, να κάνει τις δουλειές του σπιτιού και να είναι και τροφός με αντάλλαγμα έναν ισχνό μισθό έβαλε όλα της τα ρούχα σε μια πλαστική σακούλα και τα έθαψε στον κήπο των αφεντικών της ώστε οι εχθροί της ατομικής ιδιοκτησίας να μην τα καταστρέψουν.

   Ζω ανάμεσα σε συνεχώς εξαθλιούμενους μικροαστούς. Φοβισμένους, στα όρια, ενίοτε και πέρα απ’ τα όρια της απελπισίας και όμως δεν ξέρω αν πρέπει να λυπηθώ, ή να τους σπρώξω παρακάτω. Εγκλωβισμένοι στον παρανοϊκό τους μικρόκοσμο, ανακατεύοντας τον Κωστόπουλο με τον Καποδίστρια και το μουστάκι του πρασινοφρουρού με την ξούρα του χρυσαυγίτη. Αντιπαραγωγικοί μα και αμόρφωτοι από επιλογή, ανίκανοι ακόμα και ως μικρέμποροι, «στο Δελτίο αποστολής να βάζω τιμές ή όχι». Γάμησε μας ρε μπάρμπα. Εκεί όπου έχεσε ο κυρ Παντελής ξεφύτρωσαν αυτοί. Σε ποια σχολή κοινωνικής ή οικονομικής σκέψης εξυπηρετούν το κοινό καλό; Ελαττωματικά γρανάζια μιας μηχανής που ποτέ δεν τα χρειάστηκε παρά για να δείχνει πιο δυνατή, τους επέτρεπε απλά να γυρνάνε, τώρα ουρλιάζουν για βοήθεια. Οι απέναντι προδομένοι απ’ τους «δικούς» τους κι όμως με ύφος κουνούν το δάκτυλο περί σωστού και λάθους. Και τι με νοιάζει εμένα; Τα μήλα ακόμα και ως συναίσθημα δεν μου φτάνουν ούτε για τους «από δω». Ο Μπούτσκιν σε ελεύθερη απόδοση έλεγε πως η τεχνολογία ακύρωσε  την βασική υπόθεση της οικονομικής «επιστήμης» περί σπανιζόντων πόρων. Η παγκόσμια παραγωγή τροφής φτάνει να θρέψει άνετα το σύνολο του πληθυσμού. Οι άδειες κατοικίες περισσότερες απ’ τους αστέγους. Μόνος σπανίζων πόρος η αλληλεγγύη μου προς τον ανθρωπάκο. We are the 99% και ταξική συνείδηση my ass. Ζούμε ανάμεσα τους και δεν γνωριζόμαστε καν μεταξύ μας.

ΥΓ. Στο μισάωρο που μεσολάβησε ανάμεσα στο γράψιμο και στο ποστάρισμα, άκουσα τα εξής: «Αν θεωρείς τον εαυτό σου ίσο με έναν Αλβανό είσαι άξιος της μοίρας σου», «Ο παιδικός μου φίλος που είναι αστυνομικός μου είπε “ψήφισε με κλειστά τα μάτια ΧΑ”» από άνθρωπο που ξέρω ότι δεν έχει να ζήσει και ετοιμάζεται να μεταναστεύσει. O δίπλα διαφώνησε υποτονικά με επιχείρημα Τζήμερου που περιείχε τη λέξη λαθρομετανάστης. Έφυγα. Απελπισία.